διασταλάσσω
διασταλάσσω, shed
διαστᾰλάσσω,
- shed, δάκρυον Lib. Descr. 30.16.
verter, derramar
δάκρυον
διασταλάσσω [τᾰ] (seul. ao. διεστάλαξα) c. διαστάζω, Lib. 4, 1072.
διασταλάσσω, herabträufeln, Liban.