διαστολικόν
διαστολικόν, official notification of payment due, writ
διαστολ-ικόν, τό,
- official notification of payment due, writ, POxy. 68.33 (ii A. D.), al.; in full, δ. ὑπόμνημα BGU 613.18.
notificación, comunicación y esp. citación, requerimiento judicial o admin. τὸ διαστολικόν:
ἐξ ἧς ἐποιησάμην ... διαστολικοῦ μεταδόσεως ... κατὰ Ἡρατίωνος ...
δ. εἰς Γάιον
οὐ δεόντως μετέδωκέ μοι δ.
ᾧ ... δ. μετέδομεν περὶ τοῦ μὴ δεόντως ἠγορακέναι
• orden de pago, cheque, POxy.533.4 (II/III d.C.)
• tb. como adj. de notificación o citación
μεταδόντες αὐτῷ ... διαστολικὸν ὑπόμνημα κατελθεῖν εἰς τὸν διαλογισμόν