Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διασυκοφαντέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαστραπή
διαστράπτω
διαστρατεύομαι
διαστρατηγέω
διαστρεβλόω
διάστρεμμα
διαστρεπτέον
διαστρέφω
διαστροβέω
διαστροτήρ
διαστροφάομαι
διαστροφεύς
διαστροφή
διάστροφος
διαστρόφως
διάστρωμα
διαστρώννυμι
διαστρωτήρ
διαστρωφάομαι
διαστυγνάζω
διαστύλιον
διάστυλος
διαστυλόω
διαστύρακοι
διαστύφομαι
διαστύφω
διασυγχέω
διασυγχυνέω
διασυγχύνω
διασυκάξαι
διασυκοφαντέω
διασυλάω
διασυλλαμβάνω
διασυμβαίνω
διασυνιστάνω
διασυνίστημι
διασυντηρέω
διασυντρέχω
διασυριγμός
διασυρίζω
διασυρίττω
διάσυρμα
διασυρμός
Διάσυρος
διάσυρσις
διασυρτέον
διασύρτης
διασυρτικός
διάσυρτος
διασυρτός
διασύρω
διασύστασις
διασυστατικός
διασφαγή
διάσφαγμα
διασφαιρίζω
διασφαιρόομαι
διασφακτήρ
διασφαλίζομαι
διασφαλισμός
διασφάλλω
…
διασυκοφαντέω
Save
Pape
διασυκοφαντέω
, [ῡ], verstärktes συκοφαντέω, Jos.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}