διεξάγω
διεξάγω, lead through
- lead through, δύναμιν διὰ τειχῶν D.S. 14.20.
- b τροφὴ διεξάγουσα laxative diet, Aret. CA 2.5.
- 2 bring to an end, settle, λόγῳ ἀμφισβήτησιν Plb. 5.1.5, etc.; try a cause, GDI 5040.69 (Crete):—Pass., PTeb. 5.219 (ii B. C.), al., PSI 2.173.15 (ii B. C.); τὸ δίκαιον διεξάγεται Plb. 4.73.8.
- 3 arrange, manage, Chrysipp.Stoic. 3.185; administer, conduct, ἀσφαλῶς τὰ κατὰ τὴν ἀρχήν Plb. 1.9.6, cf. PLond. 3.1221.2 (ii A. D.); ταμιείαν IG 2(2).1326.38:—Pass., ὁ τῆς φύσεως νόμος καθʼ ὃν διεξάγεται τὰ γιγνόμενα Plu. Fat. 2.568d.
- 4 treat, τινὰς ἐν τῇ πάσῃ φιλανθρωπίᾳ Plb. 3.77.4.
- II δ. τοὺς βίους ἀπό τινος support life, Id. 1.71.1: abs., Plu. Suav. 1090b.
I en sent. fís.
1 c. mov. ‘hacia donde’ conducir, hacer pasar a través de, hacer cruzar hasta superar o dejar atrás, c. διά y gen.
διεξαγαγὼν ... διὰ τούτων (τῶν πυλῶν) τὴν δύναμιν
conduciendo a su ejército a través de estas puertas
• abs.
τροφὴ διεξάγουσα
alimento laxante
2 c. mov. ‘desde donde’ extraer, sacar
τοὺς ... βίους διεξαγαγόντες ἀπὸ τῶν ἐκ τῆς χώρας γεννημάτων
sacando sus recursos de los productos del país
II fig., no direccional
1 c. ac. de pers. o de rel. y determ. modal. conducirse con, comportarse con, tratar
τοὺς δὲ συμμάχους ... ἐν τῇ πάσῃ φιλανθρωπίᾳ διεξῆγεν
τὰ πρὸς αὐτοὺς εἰρηνικῶς δ.
εὐσεβῶς ... τὰ ποτὶ τοὺς θεούς
• sin ac. conducirse, comportarse
καλῶς ... καὶ καταξίως τῶ θεῶ διεξάγοντες
πῶς δεῖ διὰ τῶν συμποσίων δ.;
ἱλαρῶς δ.
tener una estancia agradable, pasarlo bien
2 c. ac. llevar a término, completar, terminar
ἐμ πᾶσιν ἀκερδῶς ... τὸν ἐνιαυτὸν διεξαγάγοντες
τοῦ κόσμου ... τὸν ἑαυτοῦ κύκλον διεξάγοντος
ὁ σπόρος
ὅπως διὰ σοῦ ἕκαστα διεξαχθῇ
3 vivir, recorrer el camino de la vida
κατὰ τὴν σεμνὴν νομοθεσίαν
καθαρειότερα διεξάγων
πολλοὺς ... χρόνους τούτῳ τῷ βίῳ διεξαγαγόντας
ἐν ἡσυχίᾳ καὶ ἀταραξίᾳ δ. τὸ λοιπὸν τοῦ βίου
ψυχὴν ... ἄφοβον καὶ ἀκύμονα διεξαγαγεῖν
μετὰ πλείστης φαντασίας
ἔστιν αὐτοῖς ᾗ πεφύκασιν ... δ.
les es posible vivir su vida conforme a su naturaleza
III usos téc.
1 admin. o milit. llevar, ejercer, desempeñar cargos o magistraturas
ἀσφαλῶς ἤδη τὰ κατὰ τὴν ἀρχὴν διεξῆγεν
ejerció ya con seguridad el mando militarτὴν ταμίειαν
τὰ ... κατὰ τὰν δαμιουργίαν καλῶς καὶ φιλοδόξως
ἀνεγκλήτως τὴν κατὰ τὸ γυ[μνάσιο]ν ἀρχήν
τὰ κατὰ τὴν στρατηγίαν
τὰ κατ[ὰ τ]ὴν ἐπισ(τατείαν) τ[ῆς κ]ώ(μης)
τὰ κατὰ τὴν κωμογρ(αμματείαν)
• administrar, encargarse de los recursos y tareas propios del cargo
τὰ ἐγχειρισθέντα αὐτῷ ὡς ἦν προσῆκον
ἐν ἀρχείοις ... γενόμενος διεξαγείωχεν πάντα μισοπονήρως
τὰς προσόδους τούτων (τῶν ἱερῶν) καὶ τἆλλα διεξάγεσθαι ὑπ' αὐτοῦ
• gener. gobernar, dirigir
νόμος ... καθ' ὃν διεξάγεται τὰ γινόμενα
una ley ... que gobierna el curso de los acontecimientos
2 jur., polít. resolver, solventar, llevar a buen término conflictos o problemas jurídicos
λόγῳ διεξάγειν τὴν ... ἀμφισβήτησιν
resolver mediante negociaciones el litigioκόσμοι ... διεξαγόντων ταῦτα ... κατὰ τὸ δοχθὲν κοινᾷ σύμβολον
τὰ ἐνεστάκοντα παρ' ἑκατέρων ἐγκλήματα ... διεξάχθην ὄρθως
ἔρχεσθαι ἐπὶ τὸ κριτήριον μέχρι τὰ καθ' ἡμᾶς διεξαχθῆναι
3 llevar a cabo, celebrar juicios, juzgar
τάς τε δαμοσίας δίκας καὶ τὰς ἰδ[ι]ωτικάς
τὰς [κρ]ίσεις ἴσω[ς καὶ δικαίω]ς
τὰς ... κρίσεις ... διεξάγεσθαι ... κατὰ τοὺς τῆς χώρας νόμους
ἵνα τό τε δίκαιον αὐτοῖς ἐπὶ τόπου διεξάγηται
para que se les administre justicia en el lugar
• tb. en cont. agonístico, llevar a cabo, celebrar en v. pas.
διεξαγομένων τῶν τε ἀγώνων καὶ τᾶς παναγύριος κατὰ τὰ πάτρια