δικαιοπρακτικός Save DGE Bailly 2024 δικαιοπρακτικός -ή, -όν que actúa rectamente δύναμις ἡ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ Origenes M.12.96A. δικαιο·πρακτικός, ή, όν [δῐ] capable d’agir avec justice, Orig. 2, 96 a, Migne. Étym. δ. πράσσω.