δικτυοθηρευτική
δικτυοθηρευτική, net-fishing
δικτῠο-θηρευτική (sc. τέχνη), ἡ,
- net-fishing, Poll. 7.139.
δικτυοθηρευτική, ἡ, sc. τέχνη, die Netzfischerei, Poll. 7.139.
δικτυοθηρευτική, net-fishing