Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διοσκύαμος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διοσημεία
Διοσημειακός
διοσημειακός
Διοσημία
διοσημία
Διοσθεών
Διόσθυος
Διοσιερίτης
Διοσιερῖτις
διοσκέω
Διοσκόρειον
Διοσκόρια
Διοσκορίδαι
Διοσκορίδης
Διοσκορίνθιος
Διοσκόριος
Διόσκοροι
Διόσκορος
Διοσκουρ-
Διοσκούρειον
Διοσκουριακός
Διοσκουριάς
Διοσκουριασταί
Διοσκουρίδης
Διοσκουριεύς
Διοσκουρίς
Διοσκουρίτης
Διόσκουροι
Διοσκουροκωμήτης
Διόσκουρος
διοσκύαμος
Διοσκωρ-
δίοσμος
Διόσπολις
Διοσπολίτης
Διοσπολιτικός
Διοσπολῖτις
διόσπυρον
Διόσπυρος
διόσπυρος
διοσπώγων
Διοσσωτήρια
Διοσσωτηριασταί
διόστεος
Διοσφόρος
διοσφραίνω
ΔιϜοσφυσχάστας
Διοτέλης
διοτήρ
διότι
διοτιδήποτε
Διοτίμα
Διότιμος
διότιπερ
Διότονος
διοτρεφής
Διοτρεφής
Διοτρέφης
διοτροφής
Διοτρόφος
διού
…
διοσκύαμος
Save
LSJ
διοσ-κύᾰμος [
ῠ
], ὁ,
= ὑοσκύαμος, Ps.-
Dsc.
4.68.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}