Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διπλῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διπλόη
διπλόθριξ
διπλοία
διπλοΐδιον
διπλοίζω
διπλοΐζω
διπλοΐς
διπλοϊσότης
διπλοισότης
διπλοκαρδία
διπλοκάριος
διπλοκεράμιον
διπλοκέραμον
διπλομοιρία
διπλόος
διπλόρους
διπλόρρους
διπλός
διπλοσήμαντος
διπλόσημος
διπλοσύνθετος
διπλότης
διπλοτριπλόω
διπλουκάριος
διπλοῦς
διπλοψυχέω
διπλόω
διπλῳδέομαι
δίπλωμα
διπλωμάτιον
διπλῶς
διπλωσίδιον
δίπλωσις
δίπνοος
διπόδης
διποδία
διποδιάζω
διποδιαῖος
διποδίζω
διποδισμός
δίποδος
Δίποινα
Δίποινος
διπόλεια
Διπόλεια
διποληΐς
Διπόλια
Διπολιασταί
Διπολίεια
δίπολις
διπολίτης
Διπολιώδης
διπολιώδης
δίπολος
δίπορος
δίπος
διπόταμος
διπούνδιος
δίπους
δίππευσις
διπριόνιον
…
διπλῶς
Save
Bailly 2024
διπλῶς,
adv.
deux fois autant,
seul. compar.
διπλότερον,
NT.
Matth.
23, 15
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}