διωκτικός
διωκτικός, apt to pursue, follow
διωκ-τικός, ή, όν,
- apt to pursue, follow a course [χρυσὸς] δ. τῆς ἐπὶ τὸ μέσον φορᾶς Iamb. Protr. 21.λεʹ; swift in pursuit, EM 468.23.
I
1 apto para seguir c. gen.
πάντων γὰρ τῶν ἐπὶ γῆς βαρύτατον χρυσὸς καὶ τῆς ἐπὶ τὸ μέσον φορᾶς διωκτικόν
• rápido en la persecución, EM 468.23G.
2 que pone en fuga, capaz de alejar c. gen.
δὸς δύναμιν ... πάσης ἐπιβουλῆς διωκτικήν
διωκτικὸν κυνῶν
• repelente
κωνώπων
II adv. -ῶς en persecución
ἐφομαρτεῖν ... τὸ δ. ἐπακολουθεῖν
διωκτικός, zum Verfolgen geeignet ; καὶ ταχύς EM. p. 468.23.