δνοφώδης
δνοφώδης, dark
δνοφ-ώδης, ες,
- = δνοφερός, E. Tr. 79 (as Dind. for γνοφώδη), Hp. Morb.Sacr. 16; later γνοφ- (q. v.).
nublado, caliginoso, oscuro
Ζεὺς ... πέμψει δνοφώδη τ' αἰθέρος φυσήματα
νεφέλη γ. ἐπ' ὄρους
ταῦτα ... καὶ ἔκ τε λαμπρῶν δνοφώδεα γίνεται
• subst. τὸ γνοφωδέστατον la oscuridad extrema Tz.Ex.111.13L.
• tenebroso
ἡνίκα ἂν ἡσυχία νυκτερινὴ ᾖ καὶ γ.
δύναμις
δνοφώδης, ης, ες, sombre, obscur, Hpc. 308, 22 ; Eur. Tr. 79 ||
➳ Postér. γνοφώδης, Plut. M. 949a, Geop. 1, 12, 18 et 25.
Étym. δνόφος et γνόφος, -ωδης.
δνοφώδης, ες, dunkel, Hippocr.