Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δούλεος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δουακα
δουβάθ
Δούβιος
Δοῦβις
Δοῦγγα
Δούδουα
Δουέλλιος
Δουηκαληδόνιος
Δουήονα
Δουίλλιος
Δούκας
δουκάτον
δουκάτωρ
Δουκέτιος
δουκηναρία
δουκηνάριος
δουκιανός
δουκικός
δουκτάριον
δουλαγωγέω
δουλαγωγία
δουλαγωγός
δουλαπατία
δουλάριον
Δουλγούμνιοι
δουλεία
δουλειανοί
δούλειος
δουλέκδουλος
δουλελεύθερος
δούλεος
δούλευμα
δούλευσις
δουλευτέον
δουλευτέος
δουλευτής
δουλευτός
δουλεύτρια
δουλεύω
δούλη
δουληΐη
δουλήϊος
δουλία
δουλίδιον
δουλικός
δουλικοσμικός
δουλικῶς
δούλιος
δουλίς
Δουλίς
δουλιχ-
Δουλιχιεύς
Δουλίχιοι
Δουλίχιον
Δουλίχιόνδε
Δουλίχιονδε
Δουλίχιος
Δουλιχίς
Δουλιχιώτης
δουλιχο
δουλιχόδειρος
…
δούλεος
Save
LSJ
δούλ-εος, α, ον,
poet. for δούλειος, δ. δεσμὰ γυναικῶν
A.R.
Fr.
12.13.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}