Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δωός
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δῶλος
δῶμα
Δωμάτηρ
δωματικός
δωμάτιον
δωματίτης
Δωματίτης
δωματῖτις
δωματόομαι
δωματουργία
δωματοφθορέω
δωματόω
δωμάω
δώμημα
δωμήματα
δώμησις
δωμητός
δωμητύς
δωμήτωρ
δωμός
δώνακος
δῶναξ
δώναξ
Δωνατιανοί
δωνατικός
δωνατίουον
Δώνατος
Δωνεττῖνοι
Δῷοι
δώομεν
δωός
Δωπότας
Δῶρα
δωράκινον
δώραξ
δωρεά
δωρεαῖος
δωρεακός
δωρεάν
δωρεαστικός
δωρεή
Δώρεια
Δώρειος
δωρέομαι
δωρετικός
Δωρεύς
δωρέω
δώρημα
δωρημαῖος
δωρηματικός
Δωρηνός
δωρήτας
δωρητήρ
δωρητής
δωρητικός
δωρητός
Δωριάζω
δωριάζω
Δωριακός
Δωριαρχέω
δωριαρχέω
…
δωός
Save
LSJ
DGE
δωός, v. ζωός.
δωός
v.
ζωός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}