εἴρεμος Save LSJ DGE εἴρεμος (ἥρ- cod.), etym. of Ἑρμῆς, Hsch. s.v. Ἀργειφόντης. εἴρεμος 1 εἴ.· ὁ δεσμός Hdn.Epim.52 (quizá l. errónea por εἰργμός). 2 v. Εἰρέμης.