Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐεπιβόλως
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐεξαπάτητος
εὐέξαπτος
εὐεξάρτητος
εὐεξάρτυτος
εὐεξέλεγκτος
εὐεξέλικτος
εὐεξέλκυστος
εὐεξέταστος
εὐεξής
εὐεξία
εὐεξίλαστος
εὐέξοδος
εὔεξος
εὐεπάγωγος
εὐεπαίσθητος
εὐεπακολούθητος
εὐεπανόρθωτος
εὐέπεια
εὐεπέκτατος
εὐεπέραστος
εὐεπήβολος
εὐεπηβόλως
εὐεπήκοος
εὐεπηρέαστος
εὐεπής
εὐεπία
εὐεπίβατος
εὐεπίβλεπτος
εὐεπίβλητος
εὐεπίβολος
εὐεπιβόλως
εὐεπιβούλευτος
εὐεπίβουλος
εὐεπίγνωστος
εὐεπίγνωτος
εὐεπίδεκτος
εὐεπίδοτος
εὐεπίδρομος
εὐεπίη
εὐεπίθετος
εὐεπιθέτως
εὐεπίκλειστος
εὐεπίληπτος
εὐεπίληστος
εὐεπιλόγιστος
εὐεπίμεικτος
εὐεπίμικτος
εὐεπινόητος
εὐεπιπόλαστος
εὐεπίσημος
εὐεπίστρεπτος
εὐεπίστροφος
εὐεπίτακτος
εὐεπίτευκτος
εὐεπιτήδευμα
εὐεπιφορία
εὐεπίφορος
εὐεπιφόρως
εὐεπιχείρητος
εὐεπιχειρήτως
εὐεπίψογος
…
εὐεπιβόλως
Save
Pape
εὐεπιβόλως
,
wohl treffend, erratend
, Artemid. 4 proœm. Vgl. εὐεπήβολος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}