εὐθυντηριαῖος
εὐθυντηριαῖος, belonging to the εὐθυντηρία
εὐθῡν-τηριαῖος, α, ον,
- belonging to the εὐθυντηρία (cf. sq. [εὐθυντήριος] II.1b), Milet. 7.59 (Didyma).