εὐκατάγνωστος
εὐκατάγνωστος, blameworthy
εὐκατά-γνωστος, ον,
- blameworthy, Mitteis Chr. 31 viii 11 (ii B. C.), EM 400.6.
εὐκατάγνωστος, tadelhaft, Sp.
εὐκατάγνωστος, blameworthy