εὔβρωτος
εὔβρωτος, good to eat
εὔβρωτος, ον,
- good to eat, Str. 17.1.51; πρὸς ξηροφαγίαν Ath. 3.113b.
εὔ·βρωτος, ος, ον, bon à manger, qui a bon goût, Ath. 113b.
Étym. εὖ, βιβρώσκω.
εὔβρωτος, gut zu essen, ἄρτος, Ath. III.113b.