εὔπακτος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell εὔπακτος, Dor. for εὔπηκτος, B. 16.82, etc. εὔ·πακτος, v. εὔπηκτος. εὔπακτος -ον Dor. voor εὔπηκτος. εὔπακτος, [ᾱ], dor. für εὔπηκτος, Theocr. εὔπακτος Doric for εὔπηκτος.