εὔφλαστος
εὔφλαστος, easily crushed
εὔφλαστος, ον,
- easily crushed, Sch. Lyc. 26.
εὔφλαστος, = εὔθλαστος, leicht zu zerbrechen, Schol. Lycophr. 26.
εὔφλαστος, easily crushed