ζάφελος Save Bailly 2024 Pape ζά·φελος, ος, ον [ᾰ] violent, Nic. Al. 556 (gén. épq. ζαφέλοιο, var. ζαφλέγοιο). Étym. ἐπιζάφελος. ζάφελος, heftig, πῦρ, Nic. Al. 568, von Schneider aus mss. hergestellt, v.l. ζαφλεγός. S. ζαφλεγής u. vgl. ἐπιζάφελος.