ζυγόσταθμος
ζυγόσταθμος, balance
ζῠγόσταθμ-ος, ὁ,
- balance, Plu. Fac.lun. 2.928b.
ζυγό·σταθμος, ου (ὁ) [ῠ] balance, Plut. M. 928b.
Étym. ζυγόν, σταθμός.
ζυγόσταθμος, ὁ, die Wage, Plut. fac. in orbe lun. 15.