About
Menu

ζωογονικός

ζωογον-ικός, ή, όν,
  • = ζωογονητικός, Ph. 2.148, Procl. Inst. 155; νοῦς Dam. Pr. 272. Adv. -κῶς Procl. in Alc. p.52C.

Saved

Recent