θαλασσοπόρος
θαλασσοπόρος, sea-faring
θᾰλασσο-πόρος, ον,
- sea-faring, AP 6.27.7 (Theaet.), 9.376; ὑμέναιοι Musae. 2.
θαλασσο·πόρος, ος, ον [θᾰ] qui traverse la mer, Anth. 6, 27 ; 9, 376 ; Mus. 2.
Étym. θ. πορεύομαι.
θαλασσοπόρος, meerdurchwandernd ; Mus. 2 ; Ep.adesp. 385 (IX.376).
θαλασσοπόρος
θᾰλασσο-πόρος, ον
- sea-faring, Anth.