θελξίπικρος
θελξίπικρος, sweetly painful
θελξῐ-πικρος, ον,
- sweetly painful, κνησμοναί App.Anth. 3.158.
θελξί·πικρος, ος, ον [ῐῑ] mêlé de douceur et d’amertume, Anth. App. 304.
Étym. θ. πικρός.
θελξίπικρος, κνησμονή, schmerzhaft reizend, Ep.adesp. 445 (APP 304).
θελξίπικρος
θελξί-πικρος, ον
- sweetly painful, Anth.