θερμομιγής
θερμομιγής, half-hot
θερμο-μῐγής, ές,
- half-hot, ἀήρ Placit. 2.20.13.
θερμο·μιγής, ής, ές [ῐ] mêlé de chaleur, modérément chaud, Plut. M. 890b.
Étym. θ. μίγνυμι.
θερμομιγής, ές, mit Wärme gemischt, ἀήρ Plut. plac.phil. 2.20.