Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θηλυδριῶτις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θηκοποιέω
θηκοποιός
θηκοφόρος
θηκτός
θήλα
θηλάεις
θηλάζω
θηλαμινός
θηλαμών
θηλάρσην
θήλασμα
θηλασμός
θηλάστρια
θήλεα
θηλέα
θήλεας
θήλεια
θηλέω
θηλή
θηληνός
θηλοειδής
θηλοναί
θηλονή
θηλυγενής
θηλύγλωσσος
θηλυγονέω
θηλυγονία
θηλυγόνος
θηλυδρίας
θηλυδριώδης
θηλυδριῶτις
θηλυκεύομαι
θηλυκός
θηλυκράνεια
θηλυκρατής
θηλυκτόνος
θηλυκώδης
θηλυκῶς
θηλύλαλος
θηλυμανέω
θηλυμανής
θηλυμανία
θηλυμελής
θηλυμίτρης
θηλύμιτρις
θηλύμορφος
θηλύνοος
θηλύνους
θηλύνω
θηλυπαθέω
θηλύπαις
θηλυποιός
θηλύπους
θηλυπρεπής
θηλύπρινος
θηλυπρόσωπος
θηλυπτέριον
θηλυπτερίς
θῆλυς
θηλύσπορος
θηλυστολέω
…
θηλυδριῶτις
Save
LSJ
θηλυδρι-ῶτις, fem. Adj.,
= foreg. [θηλυδριώδης], ῥᾳστώνη
Prisc.
p.332
D.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}