θυσανώδης
θυσανώδης, tassel-like, bunched
θῠσαν-ώδης, ες,
- = θυσανόεις, tassel-like, bunched, ῥίζα Thphr. HP 1.6.4.
θυσανώδης, ης, ες [ῠᾰ] en forme de frange, Th. H.P. 1, 6, 4.
Étym. θύσανος, -ωδης.
θυσανώδης, ες, troddel-, quastenartig, Theophr.