κάδω
κάδω, care for
κάδω, *κάδω, s. καίνυμαι.
κᾱδω med.
- 1care for δύο δὲ γλαυκῶπες αὐτὸν ἐθρέψαντο δράκοντες ἀμεμφεῖ ἰῷ μελισσᾶν καδόμενοι O. 6.47 dub. ]καδεμεν[ (ΠS: ]καδμεν[ Π.) P. Oxy. 2447 fr. 12.