κάθιδρος
κάθιδρος, sweating violently
κάθιδρος, ον,
- sweating violently, LXX Je. 8.6, Hsch., Phot.
κάθ·ιδρος, ος, ον [ᾰ] c. καθίδρως, Spt. Jer. 8, 6.
κάθιδρος, = καθίδρως, VLL.
κάθιδρος, sweating violently