Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάρνειος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρκίνος
Καρκίνος
καρκινόχειρ
καρκινόχειρες
καρκινόω
καρκινώδης
καρκίνωθρον
καρκίνωμα
καρκίνωσις
Καρκώ
κάρμα
Καρμάλας
Καρμανία
Καρμάνωρ
Καρμέντα
Καρμεντάλια
Καρμεντὶς πύλη
Κάρμηλος
Κάρμινα
Καρμῖνες
κάρμορον
Καρμυλησσός
καρναβάδιον
Κάρνεα
Καρνεάδης
Καρνεᾶται
Κάρνεια
Καρνειάδας
Καρνειάσιον
Κάρνειος
κάρνειος
Καρνεῖος
Καρνεονῖκαι
Καρνεονίκης
κάρνη
Καρνήϊος
Καρνίτης
Καρνίων
κάρνον
κάρνος
Κάρνος
Καρνουτῖνοι
κάρνυξ
κάροινον
Καρόκερκος
κάρον
κάροπερ
κάρος
καρός
Καρός
Κάρος
κάρουον
Κάρουρα
καροῦχα
καροῦχος
καροφόρος
καρόω
Κάρπαθος
καρπαία
καρπάλιμος
καρπαλίμως
…
κάρνειος
Save
LSJ
κάρνειος
Δωρικός
dub. l. in
Thphr.
HP
3.16.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}