κέω
κέω,
- v. κείω. κεώδης· καθαρός, and κεώσατο· καθήρατο, Hsch.; cf. κηώδης, κήϊα. κεῶεν ὄζει· εὐωδεῖ, Id. (Neut. of *κεώεις = κηώεις.)
κέω (seul. part. prés.) c. κείω, Od. 7, 342.
κέω, = κείω, Od. 7.342 ὄρσεο κέων, gehʼ, um dich schlafen zu legen.
κέω
See κείω.
κέω : see κείω.