Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κίχητος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κίτρον
Κίτρον
κιτρόφυλλον
κιτρόφυτον
κιτρόχρους
κίττα
κιτταβίζω
κιττάριον
κίτταρις
κίτταρος
κιττάω
κίττησις
κιττοποίητος
κιττός
Κιττός
Κίττος
κιττοστεφής
κιττοφορέω
κιττοφόρος
κιττώ
κιτών
κιφήν
κίφος
κιχάνω
κιχείω
κιχήλα
κιχήμεναι
Κιχησίας
κιχήσιππον
κίχησις
κίχητος
κίχλα
κιχλάζω
κίχλη
κιχληβῶτις
κιχλήσκω
κιχλιασμός
κιχλιδιάω
κιχλίζω
κιχλίον
κιχλίσκω
κιχλισμός
κιχλοκόσσυφος
κίχορα
κιχόρεια
κιχόρη
κιχόρια
κιχόριον
κιχοριώδης
κιχράω
κίχρημι
κίχω
κιχώρη
κιχώριον
κιχωριώδης
κίω
κίων
κλαγγά
κλαγγάζω
κλαγγαίνω
κλαγγάνω
…
κίχητος
Save
Pape
κίχητος
, τό, od.
κιχητός
, ὁ, bei den Zypriern
ein Gefäß zum Weihrauch
, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}