κακοπαρθενεύτως Save LSJ Pape κᾰκο-παρθενεύτως, gloss on ἀπαρθένευτα, Sch. E. Ph. 1740. κακοπαρθενεύτως, Erkl. v. ἀπαρθένευτα, Schol. Eur. Phoen. 1729.