καλλιπέταλον Save LSJ Bailly 2024 καλλῐ-πέτᾰλον, τό, = πεντέφυλλον, Dsc. 4.42. καλλι·πέταλον, ου (τὸ) [ῐᾰ] quintefeuille, plante, Diosc. 4, 42 ; v. πεντάφυλλον. Étym. κ. πέταλον.