Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλτίκιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλοσχηματίζομαι
καλοτεχνία
καλότης
καλοτίθηνος
καλότροπος
καλότροφος
καλοτύπος
Καλουῖνος
Καλουΐσιος
καλοΰφαντος
καλόφθαλμος
καλόφιλος
καλοφόρος
καλόφρων
καλόφυλλος
καλόψυχος
καλπάζω
καλπασμός
κάλπασος
κάλπη
Κάλπη
κάλπιον
καλπίον
Κάλπιος αὐχήν
κάλπις
κάλπος
Κάλπος
Καλπουρνία
Καλπουρνιανός
Καλπούρνιος
καλτίκιος
κάλτιος
καλυβεύς
καλύβη
καλύβιον
καλυβίτης
καλυβοποιέομαι
καλυβοποιΐα
καλυβός
κάλυβος
κάλυγες
Καλύδνα
Κάλυδνα
Καλύδναι
Καλυδναῖαι νῆσοι
Καλύδνιοι
Καλύδνος
καλύδριον
Καλυδών
Καλυδώνιος
Καλύκαδνος
καλυκάνθεμον
καλύκειος
καλύκη
Καλύκη
καλυκίζειν
καλυκίζω
καλύκιον
καλυκοστέφανος
καλυκώδης
καλυκῶπις
…
καλτίκιος
Save
Bailly 2024
καλτίκιος,
ου
(
ὁ
)
c. le suiv.
Plut.
M.
465
a
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}