Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καμπανίζω
καμπανίζω, weigh
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κάμισα
Καμισηνή
καμίσιον
κάμμα
Κάμμα
καμμαρίς
κάμμαρος
κάμμαρψις
καμματίδες
κάμμει
καμμέν
κἄμμες
καμμέσον
Κάμμης
καμμίξας
καμμονίη
κάμμορον
κάμμορος
καμμῦσαι
κάμμυσις
καμμύω
κάμνω
κἀμοι
κἀμοί
κάμορος
Καμούλατος
Καμούριος
καμπαγών
καμπαλέος
Καμπανία
καμπανίζω
Καμπανοί
κάμπανος
Καμπανός
καμπεσίγουνος
καμπεσίγυιος
καμπή
κάμπη
κάμπιμος
κάμπιος
καμπόβρωτος
κάμπος
Κάμπος
καμπτήρ
καμπτηρία
καμπτικός
καμπτός
κάμπτρα
καμπτρίον
κάμπτριον
κάμπτρον
καμπτροποιός
καμπτροφόρος
κάμπτω
καμπυλαύχην
καμπυλέω
καμπύλη
καμπυλιάζω
Καμπύλινος ποταμός
καμπύλλω
καμπυλόγραμμος
…
καμπανίζω
Save
καμπανίζω, weigh
LSJ
καμπανίζω,
weigh,
PLond.
5.1708.130 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}