Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κανωπικόν
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κανονισμός
κανονιστέον
κανονιστής
κανονιστικός
κανονογραφία
κανονοποιΐα
κανονωτός
Κάνος
Κανουληΐα
Κανουλία
κανοῦν
Κανούτιος
Κανταβρία
Κάνταβρις
Κάνταβροι
Καντακουζηνοί
Καντίβαρις
Κάντιον
κάντορες
κανυσῖνος
Κανύσιον
κάνυστρον
Κανωβεύς
Κανωβικός
Κανωβίς
κανωβισμός
Κανωβίτης
Κάνωβος
κανών
Κανωπικόν
κανωπικόν
κάνωπον
Κάνωπος
κανωτός
κἀξ
κἄξ
κάος
κάπ
καπαῖος
καπαλευτής
καπαλίζω
καπάναξ
Καπανεύς
καπάνη
Καπανηϊάδης
Καπανηιάδης
Καπανήϊος
καπανῆται
καπάνια
καπανικός
καπανοι
κάπανος
καπαρδεῦσαι
καπάριον
κὰπατᾶ
Καπάτων
κἄπειτα
Καπερναούμ
καπέτις
καπετόκτυπος
κάπετον
…
κανωπικόν
Save
Bailly 2024
κανωπικόν,
οῦ
(
τὸ
)
autre n. de la plante
πιτυοῦσα,
Diosc.
4, 166
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}