κασοποιός
κασοποιός, maker of thick garments
κασοποιός, ὁ, (κασῆς, κάσσος)
- maker of thick garments, PPetr. 2 p.108 (iii B.C.), Ostr. 1616, al. (ii B.C.):—also κασσοποιός (q.v.).