κατάκριτος
κατάκριτος, condemned, sentenced
κατά-κρῐτος, ον,
- condemned, sentenced, κ. γενόμενος ἐπί τινι D.S. 33.2, cf. Plu. Apophth.reg. 2.188b; θανάτου to death, Luc. Am. 52, cf. 23, 36; ἡ κ. γενεά Ph. 2.411.
κατάκριτος, ος, ον [ῐ] condamné, DS. Exc. p. 592, 61 ; Plut. M. 188b ; τινος, Luc. Am. 36, 52, à qqe ch.
Étym. κατακρίνω.
κατάκριτος, verurteilt, zu verurteilen, = κατακρίσιμος, Sp.