καταβρόχω
καταβρόχω, gulp down
καταβρόχω,
- v. *βρόχω 2.
*κατα·βρόχω, avaler, engloutir ||
➳ Seul. ao. 1 act. sbj. 3 sg. -βρόξῃ, Lyc. 742 ; opt. 3 sg. -βρόξειε, Od. 4, 222 ; DP. 604 ; part. fém. pl. -βρόξασαι, A. Rh. 2, 271 et part. ao. pass. -βροχθείς, Lyc. 55.
Étym. κ. *βρόχω.
+ καταβρόχω
[κατα- 5 + βρόχω, to swallow.]
3 sing. aor. opt. καταβρόξειε. (ἀνα-)
To swallow down, swallow: ὃς φάρμακον καταβρόξειεν...δ 222.