καταδιαφθείρω
καταδιαφθείρω, squander
καταδια-φθείρω,
- squander, τὰ πατρῷα Eup. 44.
- 2 in Pass., to be consumed, ἐν πυρί Luc. Tim. 44 (s.v.l.).
κατα·διαφθείρω, c. διαφθείρω, Eup. (Ps.-Zonar. 548) ; Luc. Tim. 44.
καταδιαφθείρω, verstärktes διαφθείρω ; Eupolis bei Zon.; Luc. Tim. 44, v.l.