κατασεισμός Save LSJ Bailly 2024 κατα-σεισμός, ὁ, = foreg., Sor. 1.60 (pl.), Archig. ap. Gal. 12.657, Aët. 6.87. κατασεισμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Aét. p. 119, b, 18.