καταφλογίζω
καταφλογίζω, set on fire
καταφλογίζω,
- set on fire, LXX Ps. 17(18).8.
κατα·φλογίζω, c. καταφλέγω, Spt. Ps. 17, 9.
καταφλογίζω, v.l. für καταφλέγω, VLL.
καταφλογίζω, set on fire