καταύστηρος
καταύστηρος, very harsh
κατ-αύστηρος, ον,
- very harsh or morose, Arr. Epict. 1.25.15.
κατ·αύστηρος, ος, ον, très austère, Arr. Epict. 1, 25, 15.
Étym. κ. αὐστηρός.
καταύστηρος, = αὐστηρός, Arr. Epict. 1.25.15.