κατούλωσις
κατούλωσις, cicatrization
κατούλ-ωσις, εως, ἡ,
- cicatrization, Dsc. Eup. 1.51, Heliod. ap. Orib. 44.8.12.
κατούλωσις, εως (ἡ) cicatrisation, Diosc. Par. 1, 54.
Étym. κατουλόω.
κατούλωσις, ἡ, das Vernarben, Diosc.