κατωρυχής
κατωρυχής, s. κατῶρυξ, u. eben da κατώρυχα.
κατωρυχής
[κατ-, κατα- 1 + ὀρυχ-, ὀρύσσω.]
Embedded, partly sunk, in the ground : λάεσσιν Od. 6.267, λίθοισιν Od. 9.185.
[κατ-, κατα- 1 + ὀρυχ-, ὀρύσσω.]
Embedded, partly sunk, in the ground : λάεσσιν Od. 6.267, λίθοισιν Od. 9.185.