κατώγαιος
κατώγαιος,
- = κατάγειος, οἴκημα Alex.Trall. Febr. 4: κατώγειος τόπος Gp. 9.22.2: κατώγεως, Suid.
κατώ·γαιος, ος, ον, c. κατάγαιος, A. Tr. 11, p. 137.
κατώγαιος, = κατάγαιος, Alex.Trall.