κενταυροπληθής
κενταυροπληθής, full of Centaurs
κενταυρο-πληθής, ές,
- full of Centaurs, πόλεμος E. HF 1273.
κενταυροπληθής, πόλεμος, voll von Kentauren, Eur. Herc.Fur. 1273.
κενταυροπληθής
Κενταυρο-πληθής, ές
- full of Centaurs, Eur.