Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κεφαλοκλάστης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κεφαλίδιον
κεφαλίζω
κεφαλικός
κεφαλικῶς
κεφαλίνη
κεφαλῖνος
κεφάλιον
κεφαλιόω
κεφαλίς
κεφαλισμός
κεφαλίτης
κεφαλιτοπαραμήκης
κεφαλιῶται
Κεφαλλάνιος
Κεφαλλήν
Κεφαλλῆνες
Κεφαλληνία
Κεφαλληνιακός
Κεφαλλήνιος
Κεφαλληνίς
κεφαλοβαρής
κεφαλόβρωτος
κεφαλοδέσμιον
κεφαλόδεσμον
κεφαλόδεσμος
κεφαλοειδής
κεφαλόθλαστον
κεφαλόθλαστος
Κεφαλοίδιον
κεφαλόκλαστα
κεφαλοκλάστης
κεφαλοκλινέω
κεφαλοκρούστης
κεφαλόμακτρον
κεφαλοποιητικός
κεφαλόπους
κεφαλόρριζος
κέφαλος
Κέφαλος
κεφαλοτομέω
κεφαλοτόμος
κεφαλοτρύπανον
κεφαλουργός
κεφαλώδης
κεφάλωμα
κεφαλών
Κεφάλων
κεφαλωτός
κεχαλασμένως
κέχανδα
κεχάνδει
κεχαρη
κεχάρηκα
κεχαρηότα
κεχαρησέμεν
κεχαρισμένος
κεχαρισμένως
κεχαριτωμένως
κεχαρμένος
κεχάροντο
κεχην
…
κεφαλοκλάστης
Save
LSJ
κεφᾰλο-κλάστης, ου, ὁ, a surgical instrument,
Hermes
38.284.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}