κηροπλαστικός
κηροπλαστ-ικός, ή, όν, ἡ -κή (sc. τέχνη) Poll. 7.165; ἡ ὕλη [ἐστὶν ἄμορφος] πρὸς -κήν Ocell. 2.3.
κηροπλαστικός, ή, όν, qui concerne le modelage en cire ou le cirier, Ocell. 2.
Étym. κηρόπλαστος.
κηροπλαστικός, ή, όν, zu κηροπλάστης gehörig, Ocell. Luc. 2 ; ἡ κηροπλαστική, die Wachsbildnerei, Poll. 7.165.